colibacillus


colibacillus
colibacillus кишечная бактерия, Escherichia coli

English-Russian biology dictionary. 2015.

Смотреть что такое "colibacillus" в других словарях:

  • colibacillus — SYN: Escherichia coli. * * * co·li·bac·il·lus (ko″lĭ bə silґəs) Escherichia coli …   Medical dictionary

  • Escherichia — A genus of aerobic, facultatively anaerobic bacteria containing short, motile or nonmotile, Gram negative rods. Motile cells are peritrichous. Glucose and lactose are fermented with the production of acid and gas. These organisms are found in… …   Medical dictionary

  • κολοβάκιλλος — ο κολοβακτηρίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου και αντιδάνεια λ. ως προς το α συνθετικό της, πρβλ. αγγλ. colibacillus < coli (< κόλον) + bacillus (< νεολατ. bacillus < λατ. baculus)] …   Dictionary of Greek

  • κολοβακιλλικός — ή, ο κολοβακτηριδιακός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου και αντιδάνεια ως προς το α συνθετικό της, πρβλ. colibacillary < colibacillus] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.